| Summary: | Η επιληψία, είναι μία από τις συχνότερες χρόνιες νευρολογικές παθήσεις και αποτελεί ένα μείζον πρόβλημα της δημόσιας υγείας. Είναι μια συνηθισμένη διαταραχή που βρέθηκε σε όλες τις χώρες και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. (Beghi, A. et al, 2005). Η επίπτωση της κυμαίνεται από 1% για άτομα ηλικίας έως 18 ετών και μπορεί να αγγίξει και το ποσοστό του 3% για άτομα ηλικίας 70 ετών. Συγκριτικά με τους ενήλικες, τα βρέφη και τα παιδιά έχουν υψηλότερο κίνδυνο να την αναπτύξουν (Ράπτης Σ., 2002).
Διεθνώς έχουν γίνει πολλές έρευνες όσων αφορά τις στάσεις και τις γνώσεις των εκπαιδευτικών για την επιληψία. Έρευνες διεξάγονται κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες δείχνουν ότι πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν επίγνωση της επιληψίας σε γενικές γραμμές, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς έχουν λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με συγκεκριμένα προβλήματα (Shehata G. and Mahran D., 2010). Σε αντίθεση με τον ελλαδικό χώρο έχει διεξαχθεί μόνο μια μελέτη το 2005 σε σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε τρεις μεγάλες πόλεις όσων αφορά τις γνώσεις και τις στάσεις των εκπαιδευτικών. Άρα, κατά συνέπεια καταλαβαίνουμε πως δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μαθητές με επιληψία.
Γίνεται σαφές πως ο ρόλος του εκπαιδευτικού στην αντιμετώπιση περιστατικών με επιληψία είναι ουσιαστικός. Ιδίως, στο ελληνικό σύστημα είναι σημαντικό ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει τι είναι επιληψία, πως εκδηλώνεται και πως αντιμετωπίζεται.
Βασικό σκοπό αλλά και πρόκληση αποτελεί η βελτίωση των γνώσεων της εκπαιδευτικής κοινότητας και η αλλαγή της στάσης απέναντι στους μαθητές που έχουν κάποιο χρόνιο νόσημα και ειδικά απέναντι στον επιληπτικό μαθητή και την οικογένειά του. Η παρούσα μελέτη επιχείρησε να διερευνήσει τις γνώσεις και τις στάσεις των εκπαιδευτικών του νομού Αχαΐας και Ηλείας για την επιληψία σε σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Συγχρόνως, αντλεί πληροφορίες για την εκτιμούμενη ποιότητα ζωής του επιληπτικού μαθητή και την ανάγκη που υπάρχει για συνεχιζόμενη εκπαίδευση των ατόμων αυτών. Πρόκειται για μια συγχρονική μελέτη επισκόπησης και συσχέτισης, στην οποία συμμετείχαν εκπαιδευτικοί από σχολεία γενικής και ειδικής αγωγής. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ερωτηματολόγιο ήδη σχεδιασμένο που είχε αναπτυχθεί στο πλαίσιο μιας έρευνας με τίτλο «Τι γνωρίζετε για την επιληψία;» που επιμελήθηκε και προωθήθηκε από την Ιταλική Ένωση ενάντια στην επιληψία (LICE). Πραγματοποιήθηκε γλωσσική μετάφραση του ερωτηματολογίου και έπειτα έγινε η διανομή στους εκπαιδευτικούς.
Όλες οι ερωτήσεις ήταν κλειστού τύπου. Αρχικά, στο ερωτηματολόγιο συμπληρώνονται κάποια δημογραφικά στοιχεία των εκπαιδευτικών. Όσων αφορά τις ερωτήσεις το ερωτηματολόγιο χωρίζεται σε τρία μέρη: α) το πρώτο μέρος περιλαμβάνει ερωτήσεις που διερευνούν τις προσωπικές γνώσεις των ερωτηθέντων ως προς την επιληψία, β) το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει ερωτήσεις που διερευνούν τις ειδικές γνώσεις των ερωτηθέντων γύρω από την επιληψία, και γ) στο τελευταίο μέρος, ερωτήσεις, εξετάζονται τα ειδικά προβλήματα που ανακύπτουν στο σχολικό περιβάλλον από τους επιληπτικούς μαθητές και την εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων. Πάρθηκαν οι απαραίτητες άδειες από την επιτροπή βιοηθικής του πανεπιστημίου. Για όλες τις στατιστικές αναλύσεις χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πρόγραμμα SPSS 20.0 for Windows, όπου έγιναν περιγραφικές και συμπερισματολογικές αναλύσεις.
Συνολικά μοιράστηκαν 261 ερωτηματολόγια . Το δείγμα της έρευνας το αποτελούσαν κατά 72% γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας τα 38,9 έτη. Το 31,4% των ερωτηθέντων είχαν επαγγελματική εμπειρία 1-5 έτη, ενώ οι υπόλοιποι περισσότερα χρόνια με μέγιστο τα 29-33 έτη (8,81% των συμμετεχόντων) . Οι ειδικότητες των εκπαιδευτικών ήταν σε μεγάλο ποσοστό οι Εκπαιδευτικοί δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (40%) και οι Δάσκαλοι (27%).
Αποτελέσματα: Η συντριπτική πλειοψηφία (96,9%) των εκπαιδευτικών γνώριζε ότι η επιληψία ήταν πάθηση. Σε χαμηλά ποσοστά γνώριζαν για την επιληψία από επιστημονικά περιοδικά και από συζητήσεις γιατρών. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων (59,8%) είχαν δει επιληπτική κρίση σε δημόσιο χώρο (40,3%) και σε σχολική αίθουσα (36,7%). Ενδεικτικά για τις ειδικές γνώσεις των εκπαιδευτικών κατεγράφησαν τα εξής: Η συντριπτική πλειοψηφία (70,1%) των ερωτηθέντων δεν γνώριζε τη συχνότητα εμφάνισης της νόσου στη χώρα μας. Το 12,6% των συμμετεχόντων θεωρούσε ότι η επιληψία είναι μία μορφή ψυχικής ασθένειας. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων (56,1%) πιστεύει ότι η κύρια θεραπευτική αντιμετώπιση της επιληψίας είναι κυρίως φαρμακευτική και 27,6% θεωρούν ότι υπάρχει ριζική θεραπεία. Τέλος, όσων αφορά τα ειδικά προβλήματα στο σχολικό περιβάλλον αποτυπώθηκαν τα εξής: Μόνο το 39,5% των εκπαιδευτικών γνωρίζει πώς να αντιμετωπίσει μία επιληπτική κρίση, περίπου οι μισοί ερωτηθέντες (44,9%) πιστεύουν ότι η επιληψία επηρεάζει δυσμενώς σε κάποιο βαθμό την ικανότητα μάθησης των επιληπτικών παιδιών και με την ψυχαγωγική/αθλητική δραστηριότητα των επιληπτικών παιδιών περίπου οι μισοί εκπαιδευτικοί (46,4,%) πίστευαν ότι δεν θα πρέπει να διαφοροποιείται σε σχέση με των υπολοίπων συμμαθητών τους.
Συμπερασματικά θα θέλαμε να αναφέρουμε τα εξής: η έρευνα αναδεικνύει ότι ο βαθμός γνώσης των εκπαιδευτικών δεν σχετίζεται με το επίπεδο σπουδών που διαθέτουν. Επίσης, αποδεικνύεται ότι το επίπεδο γνώσης των εκπαιδευτικών δεν είναι ικανοποιητικό. Ωστόσο, οι στάσεις δε συμβαδίζουν απαραίτητα με τις γνώσεις, με αποτέλεσμα τουλάχιστον 1 στους 4 να έχει αντίρρηση, αν κάποιο συγγενικό του πρόσωπο επιθυμούσε να παντρευτεί επιληπτικό άτομο. Δηλώνουν άγνοια διαχείρισης επιληπτικής κρίσης το 38% και το 36% των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας γενικής εκπαίδευσης αντίστοιχα. Κατά συντριπτική πλειοψηφία θα τοποθετούσαν κάτι στο στόμα του πάσχοντος κατά την διάρκεια της κρίσης, αποτελεί σοβαρό εύρημα προς διερεύνηση.
Άρα, είναι επιτακτική η ανάγκη αλλαγών τόσο στα γενικά όσο και στα ειδικά σχολεία με σκοπό την βελτίωση γνώσεων των εκπαιδευτικών για την επιληψία. Για αυτό παραθέτονται εδώ οι παρακάτω προτάσεις: Στο πλαίσιο της πρόληψης για την αντιμετώπιση επιληπτικών κρίσεων κρίνεται αναγκαία σε κάθε σχολείο η πρόσληψη προσωπικού με ειδικότητα νοσηλευτή, ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών με σκοπό την μεγαλύτερη υπευθυνότητα σε περίπτωση επιληπτικής κρίσης, ένταξη προγραμμάτων ενημέρωσης και εκπαίδευσης στην εκπαιδευτική κοινότητα με θέμα την επιληψία, καμπάνια σωστής αντιμετώπισης επιληπτικής κρίσης και δημιουργία βιωματικών σεμιναρίων για τους εκπαιδευτικούς, περαιτέρω διερεύνηση με μεγαλύτερο δείγμα εκπαιδευτικών και παρεμβάσεις αγωγής υγείας με ανάπτυξη καινοτόμων δράσεων αγωγής υγείας. Τέλος, θεωρούμε ότι τα πορίσματα της παρούσας μελέτης μπορούν να αξιοποιηθούν από τους αρμόδιους φορείς της εκπαίδευσης και να αποτελέσουν το έναυσμα για περισσότερες μελέτες, που θα πιστοποιούν την ανάγκη για ποιοτική εκπαίδευση και φροντίδα υγείας μέσα στα σχολεία.
|