| Περίληψη: | Ο τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού (TNBC) είναι ένας εξαιρετικά ετερογενής υπότυπος καρκίνου του μαστού, που παρουσιάζει έλλειψη του οιστρογονοϋποδοχέα α (ERα), του υποδοχέα προγεστερόνης (PR) και του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2). Ο TNBC αφορά περίπου μία στις πέντε περιπτώσεις καρκίνου του μαστού και πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιθετική νεοπλασία που προάγει την ανάπτυξη όγκων αυξημένου βαθμού κακοήθειας με υψηλό μεταστατικό δυναμικό. Η μετάσταση, είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει την εκτεταμένη αναδιαμόρφωση του εξωκυττάριου χώρου (ECM), καθώς και την προώθηση της μετάβασης από επιθηλιακό σε μεσεγχυματικό φαινότυπο (EMT) και της βλαστικότητας. Ο υποδοχέας του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR) έχει συνδεθεί στενά με τον TNBC, και έχει συσχετιστεί με αυξημένη αντίσταση στη χημειοθεραπεία. Ομοίως, οι υποδοχείς οιστρογόνων (ERs) έχουν καθιερωθεί ως κρίσιμα μόρια για την εξέλιξη του καρκίνου του μαστού αλλά και για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης. Ειδικότερα, οι ERs είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με μόρια του ECM και υποδοχείς της κυτταρικής επιφάνειας, συμπεριλαμβανομένου του EGFR, ώστε να προάγουν, μεταξύ άλλων, την κυτταρική μετανάστευση, την προσκόλληση και την αγγειογένεση. Στον TNBC, όπου ο ERα δεν εκφράζεται, το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί στη μελέτη του ERβ ο οποίος αναδεικνύεται σε κομβικό ρυθμιστή της κυτταρικής συμπεριφοράς.
Στην παρούσα διδακτορική διατριβή, διερευνήθηκε η λειτουργική σχέση μεταξύ EGFR και ERβ στον TNBC. Tα πειραματικά αποτελέσματα συνδέουν τον EGFR και την Ε2-μεσολαβούμενη ενεργοποίηση του ERβ με τη ρύθμιση σημαντικών λειτουργικών ιδιοτήτων των καρκινικών κυττάρων (μετανάστευση, πολλαπλασιασμός, διήθηση, προσκόλληση, αγγειογένεση), καθώς και με την απόκτηση συγκεκριμένων μορφολογικών χαρακτηριστικών, όπως αξιολογήθηκαν με τη χρήση διαφορετικών τεχνικών μικροσκοπίας. Επιπλέον, ο άξονας EGFR-E2/ERβ εμπλέκεται στην έναρξη του EMT και την προώθηση φαινοτύπου και χαρακτηριστικών που συσχετίζονται με τα καρκινικά βλαστικά κύτταρα (CSCs). Συγκεκριμένα, η αναστολή του EGFR, και/ή η παρουσία Ε2, επηρέασε σημαντικά μόρια του ECM (MMPs, SDCs) και οδήγησε σε αλλαγές στην έκφραση και τον εντοπισμό δεικτών που επάγουν EMT και CSCs. Συνολικά, αυτά τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν τη σημασία της συνέργειας μεταξύ EGFR και E2/ERβ για τη διατήρηση της επιθετικότητας, την αναδιαμόρφωση του ECM, του EMT και του stemness στον TNBC. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του καρκίνου όμως έχει και το μικροπεριβάλλον του όγκου. Ως εκ τούτου, αξιολογήθηκε η επίδραση του άξονα EGFR-E2/ERβ στην ανάπτυξη διακριτών μορφολογικών χαρακτηριστικών, όταν τα κύτταρα καλλιεργήθηκαν σε διαφορετικά τρισδιάστατα ικριώματα (scaffolds) κολλαγόνου τύπου Ι (200 και 3000 μg/ml) και ινοσυνδετίνης (fibronectin). Η λεπτομερής ανάλυση με τη χρήση ηλεκτρονικής μικροσκοπίας σάρωσης καταδεικνύει τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους επιδρούν τα διαφορετικά scaffolds στη διαμόρφωση του κυτταρικού φαινοτύπου και στην ανάπτυξη κυτταρικών προεκβολών και εκκρινόμενων σωματιδίων (tunelling nanotubes, filopodia, extracellular vesicles), καθώς και τη συμβολή του άξονα EGFR / ERβ στη δημιουργία των μορφολογικών χαρακτηριστικών των TNBC κυττάρων. Συμπερασματικά, η επιθετική συμπεριφορά και το αυξημένο μεταστατικό δυναμικό των TNBC κυττάρων συσχετίζονται με την E2/ERβ-διαμεσολαβούμενη σηματοδότηση μέσω EGFR. Η βαθύτερη διερεύνηση των μηχανιστικών πτυχών πίσω από αυτή την αλληλεπίδραση μπορεί να συμβάλλει καταλυτικά στην καλύτερη πρόληψη και κλινική διαχείριση, αλλά και στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων.
|